Ημερολόγιο καραντίνας #3



{2017. Θα σε πάρω να μείνουμε μαζί. Το πρωί θα σου στρώνω το κρεβάτι,

θα σε ακούω να βήχεις από το τσιγάρο 

και θα σου φέρνω ένα νερό με 2 ζάναξ,
θα σου αγοράζω ψεύτικα σκουλαρίκια και κινέζικα συνθετικά φουλάρια,
σκιές ματιών από αστερόσκονη σαν την μπλούζα μιας συμφοιτήτριας μου,
θα σε παίρνω στις πανεπιστημιακές αίθουσες όταν βαριέσαι 

να ακούσουμε για το θάνατο του Λουδοβίκου XIV 
ή για την Mater Dolorosa,
θα μου λες για τις ξανθές μπούκλες που είχε η γιαγιά
και το γούνινο παλτό που πήρες από τη ντουλάπα της
μόλις γυρίσατε με τον παππού απ’το μνημόσυνο, 

τα τακούνια της που φόρεσες
όταν πήγες κυριακή στην εκκλησία με τη φίλη σου
για τελευταία φορά πριν έρθεις να μείνεις εδώ,
θα μου λες μην σκοντάψω στο πεζοδρόμιο και χτυπήσω,
ενώ θα με ρωτάς:“τι είναι αυτή η σειρήνα;”
θα σου απαντάω ασθενοφόρο ή μπάτσοι 

(λες και ο θάνατος έχει δύο όψεις), 
θα σου λείπει η μεσημεριανή ησυχία,
ησυχία όπως είχαμε και στο σπίτι των παιδικών μου χρόνων, 

τέσσερις τοίχοι πλημμυρισμένοι από κραυγές και όντα
που σου λεγαν να πέσεις από το μπαλκόνι, αλλά ήμουν δύο, 

μάλλον δε θυμάμαι,
το μόνο που θυμάμαι είναι ένας τρελός που ερωτεύτηκες στην κλινική όταν ήσουν είκοσι,
ένα τηλεφώνημα μετά που κάτι έλεγε για σκοινί και αγχόνη 

γύρω απ’το λαιμό του,
και έπειτα άλλος ένας τρελός 
(αλλά εδώ δεν είναι πρώτος έρωτας σαν του μπέκετ)
με μια φωνή "πάρε μου μια πίπα μωρή" 
σε ένα αμάξι στο θεσσαλικό κάμπο,
την άλλη μέρα δε θυμάσαι,
μόνο αίματα ανάμεσα στα σκέλια σου και μια χαμένη νιότη,
θα σε λέω πουλημένη στο τηλέφωνο και όταν το ξεστομίζω

θα αισθάνομαι τόσο άσχημα, 
γιατί όταν ήμουνα μικρή και πήγαμε με τον μπαμπά
να δούμε το “Λεωφορείο ο Πόθος”
σου είχα πει ότι όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω η Μπλάνς,
αλλά που να ξερα ότι η Μπλάνς μου κράταγε τότε το χέρι-
τη νύχτα θα βγαίνω μια βόλτα και θα με παίρνεις τηλέφωνο 

και θα σου ουρλιάζω
γιατί εποπτεύεις τη ζωή μου και μετά γλυκά θα ζητάω συγγνώμη,

όπως πάλι όταν ήμουνα μικρή που σε φίλαγα πριν πω μια βρισιά κρυφά 
και έκανα κατευθείαν το σταυρό μου, 
μετά θα μου υπόσχεσαι πως θα βρεις δουλειά σε κάποιο νοσοκομείο,
“οικονομία, οικονομία από παντού”, και θα γελάω 

γιατί θυμήθηκα τώρα μια ιστορία
που κάποιος αποπλήρωσε το δάνειο του εξαργυρώνοντας
την ασφάλεια ζωής της σκοτωμένης σε τροχαίο αδελφής του,
η τύχη του δούλεψε τρελά έτσι δεν είναι;,
“δεν ξέρουμε τι μας επιφυλάσσει το αύριο”, 

και θα γελάω πάλι στα μούτρα σου
γιατί κάποια χρόνια πριν στα έβερεστ 

ούτε η κακομοίρα η άλλη η μάνα ήξερε,
το γαμημένο το ζαμπόν έκοβε, και εμείς φωνάζαμε
τρομοκρατία είναι η επισφάλεια και η μαύρη εργασία
στημένοι σαν τους μαλάκες μπροστά στα σάντουιτς,
τώρα κατάλαβα γιατί οι έτοιμες σαλάτες 

ανέκαθεν μου προκαλούσαν δυσπεψία,
ήταν πάντα αλειμμένες με αυτό το επίχρισμα
 απαστράπτουσας θλίψης
σαν την αυτοκτονία, 
και ανέδιδαν τη μυρωδιά του πτωματοφορούντος τόπου
μετά θα σε βάζω για ύπνο, 

θα ρυθμίζω το κουρδιστό ξυπνητήρι, θα σου διαβάζω
λίγα αποσπάσματα από το βιβλίο που αγοράσαμε μαζί, 

το “τόλμησε για να νικήσεις”,
θα σε σκεπάζω και θα σου βγάζω τα γυαλιά, 

κάτω από τη λάμπα θα κοιτάζω
τα βαθυπράσινα μάτια σου, πόσο υγρά είναι
και πώς ντύνουν με αμυγδαλωτά κοράλλια τη μοναξιά σου,
είσαι όμορφη σου ψιθυρίζω,
πού και πού θα ξυπνάς σπασμωδικά από όνειρα βαθιά

ρογχάζοντας με τρυφεράδα
και γω δεν ξέρω σε πόσα στρώματα λήθης ενάντια,
άκρατη παλιά επιθυμία που διαφεντεύει τη μορφή σου
και πνίγει τον Πατέρα σφιχταγκαλιάζοντάς τον απ’το κεφάλι,
το πράσινο του ματιού σου γίνεται λευκό, και εγώ χάνομαι
μες την λευκή νύχτα και το ορθάνοιχτο κολλώδες στόμα της Πανδώρας,
και πάλι γλιστρά μέσα από τα δάχτυλά μου η καρδιά σου
το μόνο που μπορώ είναι με ευλάβεια να ασπαστώ την εικόνα σου
από πολλά χιλιόμετρα και παραμορφωτικούς καθρέφτες,
δεν θα μάθω ποτέ τι συλλαμβάνει ο αμφιβληστροειδής σου
ψηλά παράθυρα ονόμασε κάποιος τούτη την άγνοια,
εγώ τη λέω αειθαλές τραύμα των περιγραμμάτων,
(γιατί η Παναγία και ο Χριστός στην Pieta χτίστηκαν σα δυο ξεχωριστές φιγούρες),
το βαρύ σου πάπλωμα και η κόκκινη ρόμπα στο στήθος σου, 

τα σκισμένα δάχτυλα
που πλέκουν το παραπέτασμα της απομόνωσης,

μαυσωλείο του πρώτου πόνου,
δεν εντοπίζω την είσοδο ή έστω κάποιο μικρό παραθυράκι
και παγιδεύομαι στους δηλητηριώδεις κισσούς που το τυλίγουν
ή πέφτω στην τάφρο με τις φυγόκεντρες νησίδες σου
το κάθε μου φιλί δε θα φτάνει στην εξορία σου
θα μου είσαι για πάντα κάτι το ανερμήνευτο και απόκρυφο
όπως η μεταμόρφωση του κύκνου, ενώ κάποτε πίστευα
πως η ποίηση θα με βοηθούσε να μάθω ιερογλυφικά,
η ζωή σου είναι εδώ και πουθενά, μεμακρυσμένη κι’εγγύς συνάμα,
πολεμάει διαρκώς το χώρο της ύλης σε μια άνιση σύγκρουση
το μόνο που καταλαβαίνω είναι ο λυγμός σου μες τις ιαχές.}






03.05.2020
Λέει ο Φρόιντ για το object-loss της μελαγχολίας

Πώς είναι να επενδύεις μια ύπαρξη σε ένα αντικείμενο
ή
στην έλλειψη του
Πού καταρρέει η διαλεκτική
Σε μια βιταμίνη για τα κόκκαλα
Εκεί καταρρέει
Σε μια σερβιέτα 
Εκεί καταρρέει
Σε ένα κούρεμα
Εκεί καταρρέει 
Σε μια κρέμα προσώπου
Σε ό,τι κατεξοχήν γυναικείο
Σε μια επιτέλεση
Στη ζωή που σου πήρανε
Στη ζωή που σκότωσες
Στην ενοχή
και σε ο,τιδήποτε άρρητο
Στην πτέρυγα 3Γ
Σε μια λευκή ρόμπα
Στα ζιπρέξα και στην αλοπεριδόλη
3ο χιλιόμετρο Δαφνοσπηλιάς-Καταφυγίου
Σε μια βελόνα με σχήμα πεταλούδα
Και πολλά εκζέματα στα χέρια
Κάλους που χτίζουν πυργίσκους στην κοιλάδα της ανικανότητας
μετά από 20 χρόνια στέρησης και 5 χρόνια εξάψεων τους θερινούς μήνες
Στα πόδια του μπαμπά όταν παίζαμε ασανσέρ
Και στις σκηνές σεξ στην τηλεόραση που σ’έκαναν να κοκκινίζεις 
και μου έδενες τα μάτια 
Έχω ήδη διαπραγματευτεί με όλα εκείνα τα αντικείμενα
που συρρέουν στο μπροστινό μέρος της συνείδησης
Μόνο πάνω στα τηλεφωνικά καλώδια και τις κεραίες χορεύουν πλέον
Αλλά
Εγχαράχτηκαν 
στο μανταρίνι που έσκασε και άφησε στίγμα στον τοίχο
Και στην γλάστρα που σκόνταψες
Και στο σατέν πράσινο πουκάμισο που με έντυνες
Για να καλύψει την κοιλιά μου και τα ασύμμετρα βυζιά μου
Επειδή η γιαγιά έλεγε ότι ήμουν χοντρή
Πετώντας τις βρώμικες πάνες μου στα μούτρα της άλλης γιαγιάς που με ξεσκάτιζε μέχρι να φτάσω 7
Γιατί είχε λευκά μαλλιά απ’τα 40 και δεν φόραγε κολλιέ ή σκουλαρίκια
Το μόνο που έμαθε σε μια ζωή ήταν φρέσκια λεμόνια και σαπισμένα έντερα
Και ένα ανορθόγραφο κολωκιθάκι στη λίστα με τα ψώνια
μαζί μ’ενα παιδί ριγμένο από τη σκάλα

Κάθε φορά που κάνω πλεξούδες τα μαλλιά μου
Είσαι εκεί

Σχόλια