Πόρτο
Ανηφορίζοντας προς το Se Cathedral
Οξείδωση. Προσόψεις κτηρίων αποικιοκρατικών
αποθηκών, ατελιέ, καπνοπωλείων
διαμερισμάτων, μπορντέλων
(και κάπου μια πινακίδα νέον “jogos atlantico”
χωμένη ανάσκελα)
μαζί μ’άλλα εξανθήματα σύγκρουσης
στον πυρήνα της ενδοσποριακής πόλης
λικνίζονται
πάνω σε μια χλόη στον γρανίτη του απογεύματος
πάνω σε δυο σεντόνια από ρόζους χεριών
που ποτέ ίσως δεν άγγιξαν άλλο σώμα
πάνω σε χίλια επιληπτικά φώτα
που έρχονται απ’τις φτωχογειτονιές του Cabo Verde με απευθείας πτήση
πάνω σε μια βρόχινη σταγόνα
που γλείφει ρείθρα γοτθικά αναστηλώνοντας την πίστη
μέχρι τη στιγμή της πτωτικής αυτοκτονίας.
Καθεδρικός
Μέσα στέκει ο χρυσός Εσταυρωμένος.
Ραδινός σαν γλυπτό του Πραξιτέλη ή του Λυσίππου μοιάζει.
Ημίγυμνος είναι, γραμμωμένος, λίγο μόνο προς τα πάνω
θλιβερός κοιτάζει.
Θα μπορούσε να πάρει τη θέση κάποιου θεού αρχαίου.
Μια ιδιότητα μου διαφεύγει, νιώθω-
μάλλον χρειάζομαι
κάποιο εγχειρίδιο ερμηνευτικής
[Τόση ώρα η σταγόνα έξω κυλά
κοντοστέκεται και πέφτει πάλι και πάλι
στο οριακό σημείο τόσο μεγαλώνει μια στιγμούλα
που διαθλά το γύρω φως
δεν ξέρει πως έφθασε εκεί
αλλά η κίνηση δηλώνει πείσμα και ηδονή
ανάσταση τουλάχιστον δεν προσδοκά
(τύχη απλά)
ούτε μιλά ούτε λαλά
αφού ο Πατήρ ποτέ δεν της απάντησε]
Ξανακοιτάζω τον Εσταυρωμένο.
Δε φθάνουν τα χρυσά φωτοστεφάνια-
τι είναι απελπισία τελικά;
Ένα στεφάνι από αγκάθια αρκεί:
μεταμορφώνει το άπειρο
σε μια διπλή κατάφαση του τίποτα (οο)
ο άδειος κύκλος γίνεται θηλιά
και το “ο” επιφώνημα επιθανάτιου ρόγχου
Να, ο Λόγος, καλός Ερμής του τέλους
γνωρίζει πάντα πως να μηνύει
την ανθρώπινη κατάσταση.
Πλατεία Rossio
Πιόνια της γενεαλογικής σκακιέρας
που ξετυλίγεται
κάτω από πέλματα πολυταξικά
καλυμμένη χωροταξικά
με μαύρα φτερά και ψηλές φτέρες
ένας άνδρας και μια γυναίκα
διασχίζουν τα σμήνη και τις ηλικίες
ημιτονοειδής συνάρτηση τους καταπίνει
βλέπουν το χρόνο σαν μεταβολή του χώρου:
τα περιστέρια διαλύονται
οι περαστικοί αλλάζουν θέσεις
ο πιονιέρος του 16ου αιώνα έγινε δρόμος
ο ταυρομάχος καφετέρια και
ο ποιητής εσπρέσσο
ο Νέος Κόσμος ζει μέσα από το επιδαπέδιο ψηφιδωτό
ο βασιλιάς των ιθαγενών μες από την γυάλινη προθήκη της γκραβούρας
η έννοια απολυτρώνεται από την έγνοια
και γίνεται ομοιογένεια
φοράει το άδειο της λοφίο
και καταλαμβάνει τον τόπο της διανοητικής επικρατείας
Φυσικά
τα πάντα ρεί εις τους αιώνας των αιώνων
Είτε θες από ανία, είτε θες από υπόνοια δικαίου
σίγουρα πάντως όχι απ’ την καλλιέπεια ή τον φόβο
που προκαλεί (φυσικά) το καλλίμορφο λοφίο
ο άνδρας και η γυναίκα δεν τα μπορούν τα κυματάκια άλλο
παίρνουν την καμπύλη του ημιτόνου της ιστορίας
την καθαρίζουν κολλώντας μυαλά χέρια πόδια όργανα σα σκούπα
κατασκευάζουν ένα χαοτικό στρόφαλο που
φτύνει θύελλα αγγέλων χωρίς όμως φτερά
πάνω στη γη την ίδια
(Κωδωνοκρουσία.)
η πλατεία σαρώνεται
η ριψοκίνδυνη ισορροπία των ευθυνών επαναφέρεται
ο Νέος Κόσμος εφευρίσκεται
Museu Nacional de Arte Antiga
Για τον Joaquin Sorolla
Θρυμματισμένα κύματα
των σωμάτων σήματα
Παράλληλα, ασύμπτωτα, άλλοτε
δυο-δυο στην κόχη του ενός
κινούνται σαν
γαλάζιας απειρότητας σμιλεύματα
Μορφή δοσμένη από
μια πήλινη περιφρονητική γεωμετρία
ενώ τυχαία παραμένει
η μεταβλητή της κίνησής τους
Κάπου, κάποτε, κοραλλένια σανατόρια
θα κόψουν την λεία όψη
μάτια ριγμένα, φωτοβόλα, του νερού
πέρλες και φύκια αγωνίας
ή καρχαρίες σπλαχνικοί
ιστιοφόρα με κατάρτια από πανί
και αποστεωμένα νεανίσκων πόδια.
Ο καθαρμός θ’αργήσει να ‘ρθει.
Μόνο σε κάποιο εσχατικό σημείο διαδρομής
όταν μ’ένα ξέφωτο κρυφό (δια)σταυρωθούν
γεμάτο άμμο και λείψανα ψαριού
η πορφύρα του μεσημεριού
θα τα εξαυλώσει.
Για τον Santiago Rusinol
Καλοκαίρι καταλανικό
σε προβολέα chiaroscuro
o Caravaggio μέτοικος
να τρέχει σε κήπους βεράντες
τετραγωνισμένα νεκροταφεία στον λόφο
μεσοφόρια που κατρακυλάνε από στήθη
βρύα λειχήνες ιτιές στον περίβολο μωαμεθανικών βρυσών
ρεμβάζοντα μελαγχολικά στόματα
ήχους χθόνιους που βγάζει η σάρκα
καθημαγμένη απ’τη μορφίνη.
[Στον ορίζοντα η εικόνα ενός ακρωτηρίου κοντά στη Valencia.
Θυμίζει το Algarve. Η αλατισμένη γλώσσα του
που φέρνει το τέρμα του ερέβους
σ’ένα διαφανές ζευγάρωμα
αδερφικό παιδικής λαλιάς και χλόης.]



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου